Αν με ρωτήσει κάποιος πώς μου έρχονται οι ιδέες, η απάντηση είναι μάλλον απλή: Εκεί που κάθομαι, μου έρχονται! Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ώρα, πρόγραμμα ή συνταγή. Μπορεί να πίνω τον καφέ μου, να παρατηρώ κάτι γύρω μου ή να σκέφτομαι κάτι εντελώς άσχετο και ξαφνικά να εμφανιστεί μια ιδέα.
Και μετά άλλη μία.
Και άλλη μία.
Και κάπως έτσι, η μία ιδέα φέρνει την άλλη.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο μαγικό κομμάτι της συγγραφής. Δεν ξέρεις πότε θα έρθει μια ιδέα, ούτε από πού θα ξεκινήσει. Μπορεί να είναι μια απλή σκέψη, μια εικόνα, μια κουβέντα ή κάτι που παρατήρησες τυχαία. Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβεις, έχεις μπροστά σου την αρχή μιας ιστορίας.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα μικρό είδος μαγείας.
Να παίρνεις κάτι τόσο απλό από την καθημερινότητα και να το μετατρέπεις σε έναν ολόκληρο κόσμο. Έτσι ξεκίνησε και αυτή η ιστορία. Όχι από τον Ερμή, ούτε από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Ξεκίνησε από το κινητό. Από εκείνο το γνώριμο «θα κοιτάξω μόνο για πέντε λεπτά» και ξαφνικά έχει περάσει πολύ περισσότερος χρόνος.
Και κάπου εκεί σκέφτηκα: τι θα γινόταν αν αυτή η καθημερινή μας συνήθεια έμπαινε μέσα σε μια ιστορία; Τότε ήρθαν στο μυαλό μου οι θεοί του Ολύμπου. Πάντα μου άρεσε η μυθολογία και μου φάνηκε υπέροχη η ιδέα να φέρω αυτούς τους τόσο γνώριμους ήρωες σε έναν κόσμο που μοιάζει με τον δικό μας. Και ποιος θα μπορούσε να είναι καλύτερος πρωταγωνιστής από τον Ερμή;
Από εκεί και μετά, η συγγραφική διαδικασία πήρε τον δρόμο της. Οι χαρακτήρες άρχισαν να αποκτούν φωνή, οι διάλογοι να δημιουργούνται, οι σκηνές να εμφανίζονται στο μυαλό μου. Και, φυσικά, κάποια στιγμή εμφανίστηκε και ένας μικρός δράκος. Δεν θυμάμαι να τον είχα προσκαλέσει, αλλά μάλλον είχε αποφασίσει μόνος του ότι έπρεπε να είναι μέρος της ιστορίας!
Αυτό αγαπώ στη συγγραφή. Δεν γράφω μόνο ιστορίες. Τις ανακαλύπτω στην πορεία.
Βέβαια, πίσω από αυτή την αυθόρμητη ιδέα υπάρχει πολλή δουλειά. Γράψιμο, σβήσιμο, διορθώσεις, αλλαγές και εκείνες οι αμέτρητες φορές που διαβάζεις μια παράγραφο και σκέφτεσαι «κάτι δεν μου αρέσει εδώ». Και ξαναγράφεις.
Γιατί αυτό είναι και το άλλο κομμάτι του να είσαι συγγραφέας: να μην αρκείσαι στην πρώτη σκέψη, αλλά να προσπαθείς να την κάνεις όσο καλύτερη μπορείς.
Μετά ήρθαν οι εικόνες. Μαζί με τον Νικόλα μου δουλέψαμε την εικονογραφική δημιουργία με τη βοήθεια εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, μέχρι οι χαρακτήρες και ο κόσμος της ιστορίας να αποκτήσουν τη μορφή που είχα φανταστεί.
Και κάπως έτσι, μια σκέψη για το κινητό έγινε ιστορία, η ιστορία έγινε βιβλίο και εγώ βρέθηκα να κρατάω στα χέρια μου κάτι που, λίγο καιρό πριν, υπήρχε μόνο στο μυαλό μου.
Κοιτάζω αυτή τη φωτογραφία και για μια στιγμή, δεν βλέπω απλώς ένα βιβλίο στα χέρια μου. Θυμάμαι όλες εκείνες τις στιγμές που κάθισα κάπου και άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει. Τις ιδέες που ήρθαν απρόσκλητες, τις σελίδες που γέμισαν, τις αλλαγές, τις αμφιβολίες, αλλά και εκείνη τη μικρή χαρά κάθε φορά που μια σκέψη άρχιζε να γίνεται πραγματικότητα.
Και ίσως αυτή να είναι η μικρή μαγεία της συγγραφής: ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γεννηθεί την επόμενη φορά που θα καθίσεις απλώς… να σκεφτείς.









